Εξομολόγηση…
κ βαθέων…
Παιδί της κατοχής, μαθήτευσα -όσο κι αν φαίνεται απίστευτο- σε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο. Το ίδιο στο γυμνάσιο και ομολογώ ότι οφείλω πολλά στη δημοκρατική δομή του σχολείου μου και τους εξαίρετους καθηγητές του.
Απ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ζωγράφιζα, έγραφα, έπαιζα θέατρο, χόρευα. Έχοντας μια τυπική μάνα Ελληνίδα, φιλόδοξη για τα παιδιά της -είχε τέσσερα- υποχρεώθηκα, από εκείνη, για τις σπουδές μου να διαλέξω το πιο ανώδυνο κοινωνικά από τα ταλέντα μου, τη ζωγραφική. Κατά τη γνώμη της, όλα τα άλλα θα με οδηγούσαν στην πορνεία. Στις κοινωνικές της φοβίες, βοηθήθηκε σημαντικά από την καθηγήτρια μου των εικαστικών στο Γυμνάσιο, την ζωγράφο Ήρα Οικονομίδου. Οι εμμονές και των δύο με οδήγησαν κατευθείαν στο προαύλιο της Σχολής Καλών Τεχνών.
Δάσκαλοι μου στη σχολή o Μόραλης και ο Παπαλουκάς. Δύο εικαστικοί, εκ διαμέτρου αντίθετοι στην εικαστική τους φιλοσοφία, με μοναδικό τους σύνδεσμο το ήθος τους, σανδάσκαλοι και καλλιτέχνες. ΓΙροσωπικά στο Εργαστήρι υπέφερα, δεν μου ταίριαζαν οι σεζανικές προθέσεις του Μόραλη και οι εμπρεσιονιστικές απόψεις του Παπαλουκά. Με τον Παπαλουκά όμως, μας συνέδεε η αγάπη για το Βυζάντιο, τις αρμονικές χαράξεις και η προσήλωση και των δύο στην μεθοδική κατασκευή των ασκήσεων. Μαζί του έμαθα πως το ανελέητο μεσογειακό φως, απαιτούσε από τους Έλληνες ζωγράφους διαφορετική αντιμετώπιση του φωτός και της σκιάς στα έργα τους.
Κανόνας, λοιπόν, του Εργαστηρίου για το διάστημα διδασκαλίας του Παπαλουκά, όλες οι σκιές θερμές και όλα τα φώτα ψυχρά. Αποτέλεσμα; Χαοτικό μπλέξιμο. Ακόμη και στα έργα που δούλευα στο σπίτι. Μεθοδικά μεν, ξύλινα δε. Στην ανάπτυξη της εικαστικής μου υπόστασης, σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι βυζαντινοί. Με συγκινούσε πάντα η διδακτική τους ικανότητα μεταφοράς του θείου δράματος, μέσα από την άφαττη λιτότητα σχημάτων και χρωμάτων και τις μυστικές τους οδηγίες, για το διάβασμα των εικόνων με τις αρμονικές χαράξεις.
Οι παράλληλες δραστηριότητες , στα πέντε χρόνια των σπουδών μου ήταν οικονομικές, όπου λόγω έλλειψης χρημάτων στην οικογένεια μου, διέπρεψα ως εργάτρια σε εργοστάσια, ζωγραφίζοντας φρυδάκια και ματάκια σε μικρές κούκλες.
Παράλληλα, γνωρίστηκα πιο στενά με τον Μυταρά, που τον θαύμαζα για το χιούμορ και τις μεγάλες του ικανότητες στην ζωγραφική. Τελικά, στα τέλη του 61 βρεθήκαμε παντρεμένοι στο Παρίσι, να σπουδάζουμε επί τρία χρόνια, με υποτροφία του ΙΚΥ, που δόθηκε στον Μυταρά από το Κράτος.
Στη ζωγραφική μου, δεν είμαι από εκείνους που πειραματίζονται και αναζητούν νέες εικαστικές φόρμες, οι οποίες σ ευθυγραμμίζουν με τα τελευταία επιτεύγματα της Ευρώπης. Μου αρκεί να ζωγραφίζω με τα πινέλα μου, ότι αισθάνομαι και με συγκεκριμένα υλικά, όπως τα ακρυλικά χρώματα και οι τέμπερες. Να ζωγραφίζω μοναχικά τοπία, δίχως την παρουσία ανθρώπου, επιθετικούς κάκτους, ειρωνικά λουλούδια σε σελοφάν και να χαίρομαι τις καλές κουβέντες φιλότεχνων και συναδέλφων. Ακρυλικά και τέμπερες είναι εύκολο να βρεις στην Ελλάδα. Προσωπικά, τα προμηθεύομαι από τον Κατσαχνιά, τα δε λάδια με τα οποία ζωγραφίζαμε στη Σχολή τα εγκατέλειψα από το 1958, δηλαδή με την αποφοίτηση μου. Ζωγράφιζα σε μουσαμάδες ή κόντρα πλακέ θαλάσσης, από πολύ μικρά έργα 0,20 Χ 0,20 μέχρι τεράστια των 2 μέτρων.
Από το 1961 – 1964, σπούδασα στο Παρίσι στην Metiers d’ Arts και στην Ecole Superieure des Arts Decoratifs. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εργάστηκα ως καθηγήτρια σε όλα τα επίπεδα της καλλιτεχνικής παιδείας, ΑΣΚΤ, εσωτερική διακόσμηση Σχολών Δοξιάδη, Βακαλό, ΤΕΙ Αιγάλεω
διακοσμητική. .
Έλαβα μέρος σε 2 πανελλήνιες εκθέσεις 1965-67. Η πρώτη ατομική μου έκθεση έγινε στην Γκαλερί Άστορ το 1965 με ακουαρέλες και ακολούθησαν άλλες τρεις στις Νέες Μορφές το 1975, 1978, 1983. Παράλληλα, εξέθεσα σε 62 ομαδικές εκθέσεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μετά τη τρίτη ατομική μου έκθεση, σταμάτησα να ζωγραφίζω, άγνωστο γιατί, για τριάντα χρόνια και αφιερώθηκα στην διδασκαλία των εικαστικών σε παιδιά και ενήλικες με τελικό επίτευγμα — τολμώ να το πω – το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας.
Επέστρεψα στη ζωγραφική, εδώ και λίγο καιρό, από ψυχολογική ανάγκη έκφρασης και ελπίζω να συνεχίσω. Τα έργα μου αγνοώ ποιοι τα έχουν, αν και στις εκθέσεις μου διάλεγα σε ποιους θα τα δώσω. Προσωπικά, αγόραζα κυρίως μικρά έργα, όπως του Μιχάλη Κατζουράκη, αλλά χάριζα και μου χαρίζανε συνάδελφοι ζωγράφοι. Οι κριτικές για τη δουλειά μου ήταν σχεδόν πάντα καλές. Τα κείμενα, όμως, που με εντυπωσιάζουν είναι δύο του Νίκου του Χουλιαρά, κείμενα που μου ζήτησε ο ίδιος να μου γράψει, όταν είδε την δουλειά μου.

Η εκπαιδευτική μου πορεία είναι μακρόχρονη και ποικίλη.
Από το 1982, συμμετείχα ως αντιπρόεδρος στο Ελληνικό τμήμα του Διεθνούς Οργανισμού για την εκπαίδευση μέσω της ΤΕΧΝΗΣ INSEA.
Συμμετείχα, επίσης, από το 1988 σε 13 επεισόδια της τηλεοπτικής, παιδικής, εικαστικής εκπομπής της ΕΡΤ2 ΚΟΚΚΙΝΟ – ΚΙΤΡΙΝΟ – ΜΠΛΕ. Στόχος της να βοηθήσει στην ευαισθητοποίηση των παιδιών και τις εκφραστικές τους δυνατότητες, μέσω των εικαστικών τεχνών.
Από το 1978, ιδρύσαμε με τον Δημήτρη Μυταρά το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, στο οποίο είμαι, επί χρόνια, Πρόεδρος και Καλλιτεχνική Διευθύντρια.
Το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας είναι από τα πρώτα που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα και που υπάρχουν ακόμη. Έχει βοηθήσει σημαντικά τη Χαλκίδα, μια επαρχιακή πόλη που γεννήθηκε ο Μυταράς, τα παιδιά και τους ενήλικες. Είναι γνωστό σε πολλές χώρες και έχει βραβευτεί άπειρες φορές στο εξωτερικό. Με την οικονομική στήριξη του Δήμου Χαλκιδέων, έχει εκδοθεί το 1999 δίγλωσσο βιβλίο των 360 σελίδων το «Αρμενίζοντας με την Τέχνη», του οποίου έχω γράψει τα κείμενα και η εικονογράφηση είναι με έργα παιδιών.
Από το 1995, το Υπουργείου Πολιτισμού και το Υπουργείο Παιδείας δημιούργησε με Καλλιτέχνες και Παιδαγωγούς τον πιλοτικό πρόγραμμα «Μελίνα – Εκπαίδευση και Πολιτισμός» κι εγώ ανέλαβα συντονίστρια της ομάδας των εικαστικών. Ένα καινοτόμο πρόγραμμα που το κράτος εγκατέλειψε μετά από 2 χρόνια, παρ’ όλη την απίστευτη ανταπόκριση για μάθηση των δασκάλων.
Αν και πιστεύω ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει η ανάγκη έκφρασης και φυσικά και η Τέχνη, αισθάνομαι ένα απέραντο θυμό για τα χρόνια που πολέμησα για την Τέχνη και έχασα, προσπαθώντας να συμβάλλω στη δημιουργία ελεύθερων ανθρώπων.
Κοιτάζω γύρω μου και αναρωτιέμαι, γιατί τόση προσπάθεια των πνευματικών ανθρώπων έχει τόσο μικρή ανταπόκριση; Αν και στα τριάντα χρόνια εικαστικής σιωπής, προσωπικά, με έσωσε η διδασκαλία της τέχνης, την οποία υπηρέτησα με το ίδιο πάθος που υπηρετούσα την ζωγραφική μου. Τιμές και τυμπανοκρουσίες είχα αρκετές στη ζωή μου.
Το 1988, o Δήμος της Χαλκίδας μας τίμησε το ζεύγος Μυταρά με το Χρυσό Μετάλλιο της πόλης της Χαλκίδας.
Το 1994, η Ακαδημία Αθηνών έδωσε έπαινο στους συνεργάτες μου κι εμένα για το πολιτιστικό μας έργο.
Το 1995 πάλι τιμές και διακρίσεις από την εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών όπως και το, 1998 από τη Διεθνή Οργάνωση Λεσχών Lions.
Τέλος, το 2003 ο Δήμος της Χαλκίδας τίμησε, για άλλη μια φορά, το ζεύγος Μυταρά για το διδακτικό και πολιτιστικό έργο του.
Είχα αρκετούς προσωπικούς επαίνους από διάφορους δήμους και συλλόγους της Ελλάδας.
Το Μαΐου του 2001, ο Δήμος της Λάρισας μου απονέμει Χρυσό Κλαδί Ελιάς τιμώντας την προσφορά μου στην εικαστική παιδεία.
Τον Οκτώβρη του 2001, ο δήμος Χανίων με βραβεύει με αναμνηστική πλακέτα, τιμώντας με και αναγνωρίζοντας με ως πρωτοπόρο της εικαστικής αγωγής στις ιδιαιτέρα ευαίσθητες παιδικές ηλικίες όσο και για την προσφορά μου στο πρόγραμμα Μελίνα.
Επίσης, το 2007 αναγνωρίστηκε η προσφορά μου από το Ροταριανό όμιλο Αγ. Στεφάνου.
Επαναλαμβάνω ότι, όταν γεννιέσαι άνθρωπος, είναι φυσικό να πιστεύεις ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει η ανάγκη έκφρασης και η πνευματική παραγωγή θα είναι αιώνια. Παρόλα αυτά, δεν υπάγομαι σ αυτούς που κυνήγησαν και κυνηγούν με διαφόρους τρόπους την μακροβιότητα της τέχνης. Ζω, ζωγραφίζω, διδάσκω. Ψάχνοντας τον εαυτό μου στα έργα μου, είδα ότι στη θεματολογία των έργων μου απουσιάζει η ανθρώπινη παρουσία, αν και στα ερημικά μου τοπία, εργοστάσια, σπίτια, κάπου υποβόσκει ο άνθρωπος και ας μη φαίνεται στα τελάρα μου. Καθοριστικό ρόλο στην καλλιτεχνική μου εξέλιξη έπαιξαν: η μητέρα μου με τις εμμονές της να φοιτήσω στην ΑΣΚΤ και η Τζούλια Δημακοπούλου, η γκαλερίστα των Νέων Μορφών, η οποία όταν είδε τα μικρά μου έργα στους τοίχους του σπιτιού μου, επέμενε πως έπρεπε να τα δείξω σε εκθέσεις και να μην τα βλέπω μόνο εγώ.
Η ζωγραφική υποβάθμιση μου από πολλούς, λόγω γάμου με τον Δ. Μυταρά και η λανθασμένη γνώμη τους ότι θάφτηκα δίπλα σ ένα σημαντικό ταλέντο, με άφηνε και με αφήνει αδιάφορη.
Με τον Μυταρά, οι καλλιτεχνικοί μας δρόμοι ήταν πάντα παράλληλοι και ο σεβασμός ανάμεσα μας πάντα αληθινός.
Όσο για τη ζωγραφική μου, σε σχέση με τη διεθνή παραγωγή, ποτέ δεν αναρωτήθηκα για οτιδήποτε. Θαύμαζα ή αδιαφορούσα για τα έργα των σύγχρονων καλλιτεχνών, έχοντας επίγνωση ότι προσωπικά αυτό μπορώ και αυτό κάνω.




