“Οι τόποι έχουν πολλά πρόσωπα, όσα και οι άνθρωποι που τους γνωρίζουν. Για μένα που έλειψα πολλά χρόνια, η Χαλκίδα είναι εκείνη η πόλη που τριγυρνούσα ξυπόλυτος τα καλοκαίρια, γνωρίζοντας όλες τις πέτρες της γειτονιάς μου. Γνώριζα ένα-ένα τα μικρά πεύκα του Καράμπαμπα και πίστευα, ότι όλες οι πόλεις του κόσμου μοιάζουν, με τις χειροκίνητες γέφυρές τους να ανοιγοκλείνουν καθημερινά και την θάλασσα να τρέχει πάνω-κάτω, ατελείωτα, με τις δεκάδες μικρές βάρκες ν’ ανεβοκατεβαίνουν επιδέξια στα ορμητικά νερά, ψαρεύοντας γοφάρια, συναγρίδες κι άλλα περαστικά ψάρια. Όλες οι πόλεις του κόσμου έχουν μια σειρά καφενεδάκια στην παραλία, με τεράστια δέντρα και την άσφαλτο μόνιμα κατεστραμμένη, με χαραγματιές σαν ρυτίδες που καθημερινά βαθαίνουν.
Ατέλειωτα μικρά λιμανάκια, το καθένα με χαρακτήρα και φυσιογνωμία, με γνώριμη αμμουδιά και πιο γνώριμο βυθό, από την γέφυρα μέχρι τον φάρο στην άκρη της πόλης κι από την γέφυρα πάλι μέχρι τον Άγιο-Μηνά.
Καθημερινά, πλήθος από καΐκια, στο πλάι της προκυμαίας, αδειάζουν τα ψάρια στις κασέλες και οι θόρυβοι φτάνουν μέχρι το κρηπίδωμα, εκεί που στέκει το κόκκινο σπίτι του Μάλλιου.
Από κάτω, στα βράχια, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, βουτηγμένο ως τα γόνατα στα νερά, με δεκάδες άλλους πιτσιρίκους να ψαρεύουμε με τα χέρια τις γαρίδες, που στέκονται ακίνητες, ώσπου να χαθούν απ’ τα μάτια μας με ταχύτητα αστραπής”.
[Απόσπασμα]
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο βιβλίο “Μη μιλάς πολύ για τέχνη” του Δημήτρη Μυταρά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη και περιλαμβάνεται στην ανθολογία ΕΥΡΙΠΟΥ ΟΙ ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ – Η ΧΑΛΚΙΔΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (εκδόσεις Διάμετρος) με επιμέλεια του Άγγελου Μαντά.
Στην φωτογραφία, ο Δημήτρης Μυταράς με την αδελφή του Μαίρη την δεκαετία του ’40.



